καλακούω
•
- σε αρνητική πρόταση: (δεν) ακούω καλά Βικιλεξικό
- μίλα πιο δυνατά, γιατί δεν καλακούω
- ακούω κάτι με θετική διάθεση, με ευχαρίστηση Βικιλεξικό
- Συγχωνεύθηκαν οι εταιρείες; A! δεν το καλακούω αυτό. Θα μας απολύσουν.
Ετυμολογία
καλακούω < καλ- + ακούω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →