κρυφακούω
•
- ακούω κρυφά, χωρίς να με αντιλαμβάνονται Βικιλεξικό
- έχει την κακή συνήθεια να κρυφακούει πίσω από την πόρτα
Ετυμολογία
κρυφακούω < κρυφ(ο)- + ακούω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρυφακούω | κρυφακούς | κρυφακούει | κρυφακούμε | κρυφακούτε | κρυφακούνε |
| Παρατατικός | κρυφάκουγα | κρυφάκουγες | κρυφάκουγε | κρυφακούγαμε | κρυφακούγατε | κρυφάκουγαν / κρυφακούγανε |
| Αόριστος | κρυφάκουσα | κρυφάκουσες | κρυφάκουσε | κρυφακούσαμε | κρυφακούσατε | κρυφάκουσαν / κρυφακούσαν / κρυφακούσανε |
| Μέλλοντας | θα κρυφακούσω / θα κρυφακούω | θα κρυφακούς / θα κρυφακούσεις | θα κρυφακούει / θα κρυφακούσει | θα κρυφακούμε / θα κρυφακούσουμε | θα κρυφακούσετε / θα κρυφακούτε | θα κρυφακούνε / θα κρυφακούσουν / θα κρυφακούσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κρυφακούσει | έχεις κρυφακούσει | έχει κρυφακούσει | έχουμε κρυφακούσει | έχετε κρυφακούσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρυφακούσει | είχες κρυφακούσει | είχε κρυφακούσει | είχαμε κρυφακούσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρυφακούσει / να κρυφακούσω / να κρυφακούω | να έχεις κρυφακούσει / να κρυφακούς / να κρυφακούσεις | να έχει κρυφακούσει / να κρυφακούει / να κρυφακούσει | να έχουμε κρυφακούσει / να κρυφακούμε / να κρυφακούσουμε | να έχετε κρυφακούσει / να κρυφακούσετε / να κρυφακούτε | να κρυφακούνε / να κρυφακούσουν / να κρυφακούσουνε |
| Προστακτική | — | κρυφάκου / κρυφάκουγε / κρυφάκουσε | — | — | κρυφακούετε / κρυφακούστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →