Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλαμποκάλευρο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τρόφιμοαλεύρι από καλαμπόκι Βικιλεξικό
    • Το ψωμί μοιραζόταν με το δελτίο -τριάντα δράμια ανά άτομο- κι ήταν σαν λάσπη, φτιαγμένο από καλαμποκάλευρο, χαρουπάλευρο, έως και σκουπάλευρο! (Το γκουρμέ της Κατοχής, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 23/5/2010)
    • Η μπομπότα που έτρωγε στην Κατοχή -που ήταν νέος και ωραίος-, εκείνος ο χυλός από καλαμποκάλευρο που χόρταινε την πείνα του, «το νοστιμότερο πράμα στον κόσμο!» (Comfort food, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 3/1/2010)

Ετυμολογία

καλαμποκάλευρο < καλαμπόκ(ι) + άλευρο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλαμποκάλευροκαλαμποκάλευρα
Γενικήκαλαμποκάλευρουκαλαμποκάλευρων
Αιτιατικήκαλαμποκάλευροκαλαμποκάλευρα
Κλητικήκαλαμποκάλευροκαλαμποκάλευρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →