καλαμπόκι
•
- φυτόετήσιο φυτό, που κανονικά φτάνει μέχρι 3 μέτρα· έχει μακρά στενά πράσινα φύλλα και καλλιεργείται για τους κίτρινους εδώδιμους κόκκους του που δημιουργούν σειρές σε κυλινδρικό σχήμα Βικιλεξικό
- οι κίτρινοι κόκκοι που παράγονται από το παραπάνω φυτό Βικιλεξικό
- τρόφιμοτο αλεύρι που παράγεται απ’ τους παραπάνω κόκκους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαμπόκι < αλβανική kallamboq / kallamoq < kallam / kallame < νέα ελληνική καλάμι (αντιδάνειο) < ελληνιστική κοινή καλάμιον < αρχαία ελληνική κάλαμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαμπόκι | καλαμπόκια |
| Γενική | καλαμποκιού | καλαμποκιών |
| Αιτιατική | καλαμπόκι | καλαμπόκια |
| Κλητική | καλαμπόκι | καλαμπόκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →