καλαμποκιά
•
- φυτότο φυτό απ’ το οποίο παράγεται το καλαμπόκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαμποκιά < καλαμπόκ(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαμποκιά | καλαμποκιές |
| Γενική | καλαμποκιάς | καλαμποκιών |
| Αιτιατική | καλαμποκιά | καλαμποκιές |
| Κλητική | καλαμποκιά | καλαμποκιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →