καλαφάτισμα
•
- το γέμισμα των σχισμών (ρωγμών) των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών με ξεφτίσματα από κάβους, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα. Βικιλεξικό
- μεταφορικάη συνουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαφάτισμα < καλαφατίζ(ω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαφάτισμα | καλαφατίσματα |
| Γενική | καλαφατίσματος | καλαφατισμάτων |
| Αιτιατική | καλαφάτισμα | καλαφατίσματα |
| Κλητική | καλαφάτισμα | καλαφατίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →