καλαφάτης
•
- επάγγελμααυτός που σφραγίζει τις σχισμές ή ρωγμές των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών ή άλλων κατασκευών με ξεφτίσματα από κάβους και στουπί, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαφάτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλαφάτης < αραβική كلفت (qalafat) : Υπάρχει και η άποψη: < λατινική *calefactor < calefacio (θερμαίνω, ζεσταίνω) < caleo + facio
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαφάτης | καλαφάτηδες |
| Γενική | καλαφάτη | καλαφάτηδων |
| Αιτιατική | καλαφάτη | καλαφάτηδες |
| Κλητική | καλαφάτη | καλαφάτηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →