Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλαφατίζω

ρήμα
•
  1. σφραγίζω τις σχισμές/ρωγμές των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών ή άλλων κατασκευών με ξεφτίσματα από κάβους, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα Βικιλεξικό
  2. χυδαίοσυνουσιάζομαι, γαμώ (για τον άντρα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλαφατίζω < μεσαιωνική ελληνική καλαφατίζω < καλαφάτης + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαλαφατίζωκαλαφατίζειςκαλαφατίζεικαλαφατίζουμεκαλαφατίζετεκαλαφατίζουν / καλαφατίζουνε
Παρατατικόςκαλαφάτιζακαλαφάτιζεςκαλαφάτιζεκαλαφατίζαμεκαλαφατίζατεκαλαφάτιζαν / καλαφατίζαν / καλαφατίζανε
Αόριστοςκαλαφάτισακαλαφάτισεςκαλαφάτισεκαλαφατίσαμεκαλαφατίσατεκαλαφάτισαν / καλαφατίσαν / καλαφατίσανε
Μέλλονταςθα καλαφατίζω / θα καλαφατίσωθα καλαφατίζεις / θα καλαφατίσειςθα καλαφατίζει / θα καλαφατίσειθα καλαφατίζουμε / θα καλαφατίσουμεθα καλαφατίζετε / θα καλαφατίσετεθα καλαφατίζουν / θα καλαφατίζουνε / θα καλαφατίσουν / θα καλαφατίσουνε
Παρακείμενοςέχω καλαφατίσειέχεις καλαφατίσειέχει καλαφατίσειέχουμε καλαφατίσειέχετε καλαφατίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καλαφατίσειείχες καλαφατίσειείχε καλαφατίσειείχαμε καλαφατίσει——
Υποτακτικήνα έχω καλαφατίσει / να καλαφατίζω / να καλαφατίσωνα έχεις καλαφατίσει / να καλαφατίζεις / να καλαφατίσειςνα έχει καλαφατίσει / να καλαφατίζει / να καλαφατίσεινα έχουμε καλαφατίσει / να καλαφατίζουμε / να καλαφατίσουμενα έχετε καλαφατίσει / να καλαφατίζετε / να καλαφατίσετενα καλαφατίζουν / να καλαφατίζουνε / να καλαφατίσουν / να καλαφατίσουνε
Προστακτική—καλαφάτιζε / καλαφάτισε——καλαφατίζετε / καλαφατίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →