καλαφατίζω
•
- σφραγίζω τις σχισμές/ρωγμές των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών ή άλλων κατασκευών με ξεφτίσματα από κάβους, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα Βικιλεξικό
- χυδαίοσυνουσιάζομαι, γαμώ (για τον άντρα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαφατίζω < μεσαιωνική ελληνική καλαφατίζω < καλαφάτης + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλαφατίζω | καλαφατίζεις | καλαφατίζει | καλαφατίζουμε | καλαφατίζετε | καλαφατίζουν / καλαφατίζουνε |
| Παρατατικός | καλαφάτιζα | καλαφάτιζες | καλαφάτιζε | καλαφατίζαμε | καλαφατίζατε | καλαφάτιζαν / καλαφατίζαν / καλαφατίζανε |
| Αόριστος | καλαφάτισα | καλαφάτισες | καλαφάτισε | καλαφατίσαμε | καλαφατίσατε | καλαφάτισαν / καλαφατίσαν / καλαφατίσανε |
| Μέλλοντας | θα καλαφατίζω / θα καλαφατίσω | θα καλαφατίζεις / θα καλαφατίσεις | θα καλαφατίζει / θα καλαφατίσει | θα καλαφατίζουμε / θα καλαφατίσουμε | θα καλαφατίζετε / θα καλαφατίσετε | θα καλαφατίζουν / θα καλαφατίζουνε / θα καλαφατίσουν / θα καλαφατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλαφατίσει | έχεις καλαφατίσει | έχει καλαφατίσει | έχουμε καλαφατίσει | έχετε καλαφατίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλαφατίσει | είχες καλαφατίσει | είχε καλαφατίσει | είχαμε καλαφατίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλαφατίσει / να καλαφατίζω / να καλαφατίσω | να έχεις καλαφατίσει / να καλαφατίζεις / να καλαφατίσεις | να έχει καλαφατίσει / να καλαφατίζει / να καλαφατίσει | να έχουμε καλαφατίσει / να καλαφατίζουμε / να καλαφατίσουμε | να έχετε καλαφατίσει / να καλαφατίζετε / να καλαφατίσετε | να καλαφατίζουν / να καλαφατίζουνε / να καλαφατίσουν / να καλαφατίσουνε |
| Προστακτική | — | καλαφάτιζε / καλαφάτισε | — | — | καλαφατίζετε / καλαφατίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →