καληνωρίζω
•
- ιδιωματικόχαιρετώ / χαιρετίζω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: καληνωρώ
Ετυμολογία
καληνωρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καληνωρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καληνωρίζω | καληνωρίζεις | καληνωρίζει | καληνωρίζουμε | καληνωρίζετε | καληνωρίζουν / καληνωρίζουνε |
| Παρατατικός | καληνώριζα | καληνώριζες | καληνώριζε | καληνωρίζαμε | καληνωρίζατε | καληνωρίζαν / καληνωρίζανε / καληνώριζαν |
| Αόριστος | καληνώρισα | καληνώρισες | καληνώρισε | καληνωρίσαμε | καληνωρίσατε | καληνωρίσαν / καληνωρίσανε / καληνώρισαν |
| Μέλλοντας | θα καληνωρίζω / θα καληνωρίσω | θα καληνωρίζεις / θα καληνωρίσεις | θα καληνωρίζει / θα καληνωρίσει | θα καληνωρίζουμε / θα καληνωρίσουμε | θα καληνωρίζετε / θα καληνωρίσετε | θα καληνωρίζουν / θα καληνωρίζουνε / θα καληνωρίσουν / θα καληνωρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καληνωρίσει | έχεις καληνωρίσει | έχει καληνωρίσει | έχουμε καληνωρίσει | έχετε καληνωρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καληνωρίσει | είχες καληνωρίσει | είχε καληνωρίσει | είχαμε καληνωρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καληνωρίσει / να καληνωρίζω / να καληνωρίσω | να έχεις καληνωρίσει / να καληνωρίζεις / να καληνωρίσεις | να έχει καληνωρίσει / να καληνωρίζει / να καληνωρίσει | να έχουμε καληνωρίσει / να καληνωρίζουμε / να καληνωρίσουμε | να έχετε καληνωρίσει / να καληνωρίζετε / να καληνωρίσετε | να καληνωρίζουν / να καληνωρίζουνε / να καληνωρίσουν / να καληνωρίσουνε |
| Προστακτική | — | καληνώριζε / καληνώρισε | — | — | καληνωρίζετε / καληνωρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →