Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καληνωρίζω

/ka.li.noˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. ιδιωματικόχαιρετώ / χαιρετίζω Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: καληνωρώ

Ετυμολογία

καληνωρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καληνωρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαληνωρίζωκαληνωρίζειςκαληνωρίζεικαληνωρίζουμεκαληνωρίζετεκαληνωρίζουν / καληνωρίζουνε
Παρατατικόςκαληνώριζακαληνώριζεςκαληνώριζεκαληνωρίζαμεκαληνωρίζατεκαληνωρίζαν / καληνωρίζανε / καληνώριζαν
Αόριστοςκαληνώρισακαληνώρισεςκαληνώρισεκαληνωρίσαμεκαληνωρίσατεκαληνωρίσαν / καληνωρίσανε / καληνώρισαν
Μέλλονταςθα καληνωρίζω / θα καληνωρίσωθα καληνωρίζεις / θα καληνωρίσειςθα καληνωρίζει / θα καληνωρίσειθα καληνωρίζουμε / θα καληνωρίσουμεθα καληνωρίζετε / θα καληνωρίσετεθα καληνωρίζουν / θα καληνωρίζουνε / θα καληνωρίσουν / θα καληνωρίσουνε
Παρακείμενοςέχω καληνωρίσειέχεις καληνωρίσειέχει καληνωρίσειέχουμε καληνωρίσειέχετε καληνωρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καληνωρίσειείχες καληνωρίσειείχε καληνωρίσειείχαμε καληνωρίσει——
Υποτακτικήνα έχω καληνωρίσει / να καληνωρίζω / να καληνωρίσωνα έχεις καληνωρίσει / να καληνωρίζεις / να καληνωρίσειςνα έχει καληνωρίσει / να καληνωρίζει / να καληνωρίσεινα έχουμε καληνωρίσει / να καληνωρίζουμε / να καληνωρίσουμενα έχετε καληνωρίσει / να καληνωρίζετε / να καληνωρίσετενα καληνωρίζουν / να καληνωρίζουνε / να καληνωρίσουν / να καληνωρίσουνε
Προστακτική—καληνώριζε / καληνώρισε——καληνωρίζετε / καληνωρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →