καληνώρισμα
•
- παρωχημένοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καληνωρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καληνώρισμα < μεσαιωνική ελληνική καληνώρισμα < καληνωρίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καληνώρισμα | καληνωρίσματα |
| Γενική | καληνωρίσματος | καληνωρισμάτων |
| Αιτιατική | καληνώρισμα | καληνωρίσματα |
| Κλητική | καληνώρισμα | καληνωρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →