καλησπέρα
•
- η ενέργεια αυτού του χαιρετισμού Βικιλεξικό
- Ίσα ίσα που πρόλαβε να πει μια καλησπέρα και κόπηκε η γραμμή!
Ετυμολογία
καλησπέρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλησπέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλησπέρα | καλησπέρες |
| Γενική | καλησπέρας | — |
| Αιτιατική | καλησπέρα | καλησπέρες |
| Κλητική | καλησπέρα | καλησπέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →