Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλλίφωνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ωραία φωνή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλλίφωνος < αρχαία ελληνική καλλίφωνος < καλλι- + φωνή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλίφωνοςκαλλίφωνη / καλλίφωνοςκαλλίφωνο
Γενικήκαλλίφωνουκαλλίφωνηςκαλλίφωνου
Αιτιατικήκαλλίφωνοκαλλίφωνηκαλλίφωνο
Κλητικήκαλλίφωνεκαλλίφωνηκαλλίφωνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλίφωνοικαλλίφωνεςκαλλίφωνα
Γενικήκαλλίφωνωνκαλλίφωνωνκαλλίφωνων
Αιτιατικήκαλλίφωνουςκαλλίφωνεςκαλλίφωνα
Κλητικήκαλλίφωνοικαλλίφωνεςκαλλίφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →