αηδονόφωνος
•
- κτητικό σύνθετοπου έχει φωνή γλυκιά σαν του αηδονιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αηδονόφωνος < αηδόν(ι) + -ό- + φων(ή) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αηδονόφωνος | αηδονόφωνη | αηδονόφωνο |
| Γενική | αηδονόφωνου | αηδονόφωνης | αηδονόφωνου |
| Αιτιατική | αηδονόφωνο | αηδονόφωνη | αηδονόφωνο |
| Κλητική | αηδονόφωνε | αηδονόφωνη | αηδονόφωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αηδονόφωνοι | αηδονόφωνες | αηδονόφωνα |
| Γενική | αηδονόφωνων | αηδονόφωνων | αηδονόφωνων |
| Αιτιατική | αηδονόφωνους | αηδονόφωνες | αηδονόφωνα |
| Κλητική | αηδονόφωνοι | αηδονόφωνες | αηδονόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →