καλλιέργεια
•
- η φύτευση, το πότισμα και η γενική φροντίδα φυτών, συνήθως για ανθρώπινη χρήση, ώστε να ευδοκιμούν Βικιλεξικό
- οι περισσότεροι αγρότες της περιοχής ασχολούνται με την καλλιέργεια της ροδακινιάς
- Ο πιο καθοριστικός όμως παράγοντας για την ανάπτυξη της καλλιέργειας των κηπευτικών ήταν οι παραγωγοί, οι νέοι κάτοικοι της Πρέβεζας, οι Λευκαδίτες και οι Συρρακιώτες, που τους ακολούθησαν (Βαγγέλης Γρ. Αυδίκος, Πρέβεζα 1945-1990: όψεις της μεταβολής μιας επαρχιακής πόλης: λαογραφική εξέταση, εκδ. Δήμου Πρέβεζας, 1991, σελ. 166)
- τόπος στον οποίον συστηματικά καλλιεργούνται φυτά Βικιλεξικό
- το κλίμα κάνει τον τόπο ιδανικό για τις ορεινές καλλιέργειες
- μεταφορικάενθάρρυνση και υποστήριξη της ανάπτυξης μιας ικανότητας, δεξιότητας, πρακτικής κλπ Βικιλεξικό
- ένας σκοπός του μαθήματος είναι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης
- Η μουσική μου καλλιέργεια ξεκίνησε μ' αυτούς τους ήχους στ' αυτιά μου. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- Ὁ κατώτερος Κλῆρος συνέχιζε τό βιοποριστικό του ἐπάγγελμα, χωρίς νά πολυεμβαθύνει στά θεολογικά. Κι ὁ λαουτζίκος, ἀνάλογα μῆκος, πλάτος, νοοτροπία, ψυχοσύνθεση καί καλλιέργεια, εἴτε παραδεχόταν ἄκριτα τό δεδομένο Θεό, εἴτε τόν ἀμφισβητοῦσε κρυφά μέσ ̓ τήν κλονισμένη του ψυχή, εἴτε ἀπαιτοῦσε τήν ἀναπροσαρμογή Του σέ πνευματικότερα δεδομένα (Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος, Τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1982, σελ. 268)
- κατ’ επέκτασηη δημιουργία συνθηκών, η λήψη των κατάλληλων μέτρων για την ανάπτυξη κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
- η καλλιέργεια καλύτερων σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών
Ετυμολογία
καλλιέργεια < ελληνιστική κοινή καλλιεργία με μεταπλασμό κατά τα -έργεια ουσιαστικά < καλλιεργέω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική culture
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλλιέργεια | καλλιέργειες |
| Γενική | καλλιέργειας | καλλιεργειών |
| Αιτιατική | καλλιέργεια | καλλιέργειες |
| Κλητική | καλλιέργεια | καλλιέργειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →