Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλλιεργητικός

/ka.li.eɾ.ʝi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την καλλιέργεια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Στην αρχή ο χασλαμάς, δηλαδή το καπνοσπορείο, μετά η φύτευση στο χωράφι, οι ενδιάμεσες καλλιεργητικές εργασίες, ώσπου να χρυσίσει το φύλλο, μετά το μάζεμα το πρωί πριν βγει ο ήλιος, για να περαστούν με τη βελόνα στο σπάγκο και να κρεμαστούν (Ζαφείρης Μέκκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 76)

Ετυμολογία

καλλιεργητικός < καλλιεργητ(ής) + -ικός < καλλιεργώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλιεργητικόςκαλλιεργητικήκαλλιεργητικό
Γενικήκαλλιεργητικούκαλλιεργητικήςκαλλιεργητικού
Αιτιατικήκαλλιεργητικόκαλλιεργητικήκαλλιεργητικό
Κλητικήκαλλιεργητικέκαλλιεργητικήκαλλιεργητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλιεργητικοίκαλλιεργητικέςκαλλιεργητικά
Γενικήκαλλιεργητικώνκαλλιεργητικώνκαλλιεργητικών
Αιτιατικήκαλλιεργητικούςκαλλιεργητικέςκαλλιεργητικά
Κλητικήκαλλιεργητικοίκαλλιεργητικέςκαλλιεργητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →