καλλιεργητικός
•
- που έχει σχέση με την καλλιέργεια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Στην αρχή ο χασλαμάς, δηλαδή το καπνοσπορείο, μετά η φύτευση στο χωράφι, οι ενδιάμεσες καλλιεργητικές εργασίες, ώσπου να χρυσίσει το φύλλο, μετά το μάζεμα το πρωί πριν βγει ο ήλιος, για να περαστούν με τη βελόνα στο σπάγκο και να κρεμαστούν (Ζαφείρης Μέκκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 76)
Ετυμολογία
καλλιεργητικός < καλλιεργητ(ής) + -ικός < καλλιεργώ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλλιεργητικός | καλλιεργητική | καλλιεργητικό |
| Γενική | καλλιεργητικού | καλλιεργητικής | καλλιεργητικού |
| Αιτιατική | καλλιεργητικό | καλλιεργητική | καλλιεργητικό |
| Κλητική | καλλιεργητικέ | καλλιεργητική | καλλιεργητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλλιεργητικοί | καλλιεργητικές | καλλιεργητικά |
| Γενική | καλλιεργητικών | καλλιεργητικών | καλλιεργητικών |
| Αιτιατική | καλλιεργητικούς | καλλιεργητικές | καλλιεργητικά |
| Κλητική | καλλιεργητικοί | καλλιεργητικές | καλλιεργητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →