καλλωπισμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλλωπίζω Βικιλεξικό
- η επιτροπή για τον καλλωπισμό του γραφείου μας πρότεινε αφίσες, φυτά και καινούργια έπιπλα
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλλωπίζω Βικιλεξικό
- η φίλη μου άνοιξε μαγαζί για τον καλλωπισμό σκύλων και έχει μεγάλη πελατεία
Ετυμολογία
καλλωπισμός < αρχαία ελληνική καλλωπισμός < καλλωπίζω < κάλλος + ὤψ (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλλωπισμός | καλλωπισμοί |
| Γενική | καλλωπισμού | καλλωπισμών |
| Αιτιατική | καλλωπισμό | καλλωπισμούς |
| Κλητική | καλλωπισμέ | καλλωπισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →