καλλωπίζω
•
- λόγιοπεριποιούμαι κάτι με σκοπό να το κάνω πιο όμορφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλλωπίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καλλωπίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλλωπίζω | καλλωπίζεις | καλλωπίζει | καλλωπίζουμε | καλλωπίζετε | καλλωπίζουν / καλλωπίζουνε |
| Παρατατικός | καλλώπιζα | καλλώπιζες | καλλώπιζε | καλλωπίζαμε | καλλωπίζατε | καλλωπίζαν / καλλωπίζανε / καλλώπιζαν |
| Αόριστος | καλλώπισα | καλλώπισες | καλλώπισε | καλλωπίσαμε | καλλωπίσατε | καλλωπίσαν / καλλωπίσανε / καλλώπισαν |
| Μέλλοντας | θα καλλωπίζω / θα καλλωπίσω | θα καλλωπίζεις / θα καλλωπίσεις | θα καλλωπίζει / θα καλλωπίσει | θα καλλωπίζουμε / θα καλλωπίσουμε | θα καλλωπίζετε / θα καλλωπίσετε | θα καλλωπίζουν / θα καλλωπίζουνε / θα καλλωπίσουν / θα καλλωπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλλωπίσει | έχεις καλλωπίσει | έχει καλλωπίσει | έχουμε καλλωπίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλλωπίσει | είχες καλλωπίσει | είχε καλλωπίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλλωπίσει / να καλλωπίζω / να καλλωπίσω | να έχεις καλλωπίσει / να καλλωπίζεις / να καλλωπίσεις | να έχει καλλωπίσει / να καλλωπίζει / να καλλωπίσει | να έχουμε καλλωπίσει / να καλλωπίζουμε / να καλλωπίσουμε | να καλλωπίζετε / να καλλωπίσετε | να καλλωπίζουν / να καλλωπίζουνε / να καλλωπίσουν / να καλλωπίσουνε |
| Προστακτική | — | καλλώπιζε / καλλώπισε | — | — | καλλωπίζετε / καλλωπίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καλλωπίστηκακαλλωπίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →