καλοαναθρεμμένος
•
- που έχει ανατραφεί, διαπαιδαγωγηθεί σωστά, με ηθικές αξίες Βικιλεξικό
- Είναι καλοαναθρεμμένα παιδιά, από καλή οικογένεια.
- κακόσημοπου έχει μάθει σε εύκολες καταστάσεις κι είναι άμαθος στα δύσκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοαναθρεμμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλοαναθρεμμένος < καλοανατεθρεμμένος (λόγιο) < καλο- + ἀνατεθραμμένος παθητική μετοχή παρακειμένου του αρχαίου ἀνατρέφω (αναθρεμμένος), μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανατρέφω)
Άλλοι τύποι
καλοαναθρεμμένακαλοαναθρεμμένεκαλοαναθρεμμένεςκαλοαναθρεμμένηκαλοαναθρεμμένηςκαλοαναθρεμμένοκαλοαναθρεμμένοικαλοαναθρεμμένοςκαλοαναθρεμμένουκαλοαναθρεμμένουςκαλοαναθρεμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →