Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοαναθρεμμένος

/ka.lo.a.na.θɾeˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει ανατραφεί, διαπαιδαγωγηθεί σωστά, με ηθικές αξίες Βικιλεξικό
    • Είναι καλοαναθρεμμένα παιδιά, από καλή οικογένεια.
  2. κακόσημοπου έχει μάθει σε εύκολες καταστάσεις κι είναι άμαθος στα δύσκολα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλοαναθρεμμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλοαναθρεμμένος < καλοανατεθρεμμένος (λόγιο) < καλο- + ἀνατεθραμμένος παθητική μετοχή παρακειμένου του αρχαίου ἀνατρέφω (αναθρεμμένος), μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανατρέφω)

Άλλοι τύποι

καλοαναθρεμμένακαλοαναθρεμμένεκαλοαναθρεμμένεςκαλοαναθρεμμένηκαλοαναθρεμμένηςκαλοαναθρεμμένοκαλοαναθρεμμένοικαλοαναθρεμμένοςκαλοαναθρεμμένουκαλοαναθρεμμένουςκαλοαναθρεμμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →