Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοεξετάζω

/ka.lo.e.kseˈta.zo/ρήμα
•
  1. εξετάζω με προσοχή κάτι, προκειμένου να αποφασίσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλοεξετάζω < καλο- + εξετάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαλοεξετάζωκαλοεξετάζειςκαλοεξετάζεικαλοεξετάζουμεκαλοεξετάζετεκαλοεξετάζουν / καλοεξετάζουνε
Παρατατικόςκαλοεξέταζακαλοεξέταζεςκαλοεξέταζεκαλοεξετάζαμεκαλοεξετάζατεκαλοεξέταζαν / καλοεξετάζαν / καλοεξετάζανε
Αόριστοςκαλοεξέτασακαλοεξέτασεςκαλοεξέτασεκαλοεξετάσαμεκαλοεξετάσατεκαλοεξέτασαν / καλοεξετάσαν / καλοεξετάσανε
Μέλλονταςθα καλοεξετάζω / θα καλοεξετάσωθα καλοεξετάζεις / θα καλοεξετάσειςθα καλοεξετάζει / θα καλοεξετάσειθα καλοεξετάζουμε / θα καλοεξετάσουμεθα καλοεξετάζετε / θα καλοεξετάσετεθα καλοεξετάζουν / θα καλοεξετάζουνε / θα καλοεξετάσουν / θα καλοεξετάσουνε
Παρακείμενοςέχω καλοεξετάσειέχεις καλοεξετάσειέχει καλοεξετάσει———
Υπερσυντέλικοςείχα καλοεξετάσειείχες καλοεξετάσειείχε καλοεξετάσει———
Υποτακτικήνα έχω καλοεξετάσει / να καλοεξετάζω / να καλοεξετάσωνα έχεις καλοεξετάσει / να καλοεξετάζεις / να καλοεξετάσειςνα έχει καλοεξετάσει / να καλοεξετάζει / να καλοεξετάσεινα καλοεξετάζουμε / να καλοεξετάσουμενα καλοεξετάζετε / να καλοεξετάσετενα καλοεξετάζουν / να καλοεξετάζουνε / να καλοεξετάσουν / να καλοεξετάσουνε
Προστακτική—έχε καλοεξετασμένο / καλοεξέταζε / καλοεξέτασε——καλοεξετάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καλοεξετάστηκακαλοεξετάζομαικαλοεξετάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →