καλοεξετάζω
•
- εξετάζω με προσοχή κάτι, προκειμένου να αποφασίσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοεξετάζω < καλο- + εξετάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοεξετάζω | καλοεξετάζεις | καλοεξετάζει | καλοεξετάζουμε | καλοεξετάζετε | καλοεξετάζουν / καλοεξετάζουνε |
| Παρατατικός | καλοεξέταζα | καλοεξέταζες | καλοεξέταζε | καλοεξετάζαμε | καλοεξετάζατε | καλοεξέταζαν / καλοεξετάζαν / καλοεξετάζανε |
| Αόριστος | καλοεξέτασα | καλοεξέτασες | καλοεξέτασε | καλοεξετάσαμε | καλοεξετάσατε | καλοεξέτασαν / καλοεξετάσαν / καλοεξετάσανε |
| Μέλλοντας | θα καλοεξετάζω / θα καλοεξετάσω | θα καλοεξετάζεις / θα καλοεξετάσεις | θα καλοεξετάζει / θα καλοεξετάσει | θα καλοεξετάζουμε / θα καλοεξετάσουμε | θα καλοεξετάζετε / θα καλοεξετάσετε | θα καλοεξετάζουν / θα καλοεξετάζουνε / θα καλοεξετάσουν / θα καλοεξετάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοεξετάσει | έχεις καλοεξετάσει | έχει καλοεξετάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοεξετάσει | είχες καλοεξετάσει | είχε καλοεξετάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοεξετάσει / να καλοεξετάζω / να καλοεξετάσω | να έχεις καλοεξετάσει / να καλοεξετάζεις / να καλοεξετάσεις | να έχει καλοεξετάσει / να καλοεξετάζει / να καλοεξετάσει | να καλοεξετάζουμε / να καλοεξετάσουμε | να καλοεξετάζετε / να καλοεξετάσετε | να καλοεξετάζουν / να καλοεξετάζουνε / να καλοεξετάσουν / να καλοεξετάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε καλοεξετασμένο / καλοεξέταζε / καλοεξέτασε | — | — | καλοεξετάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καλοεξετάστηκακαλοεξετάζομαικαλοεξετάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →