εξετάζω
•
- κοιτάζω κάτι με προσοχή Βικιλεξικό
- ελέγχω προσπαθώντας να το γνωρίσω και να το κατανοήσω Βικιλεξικό
- υποβάλλω σε γραπτές ή προφορικές ερωτήσεις κάποιον, προκειμένου να βεβαιωθώ ότι κατέχει το γνωστικό αντικείμενο που διδάχτηκε Βικιλεξικό
- για γιατρούςπροσπαθώ να διαγνώσω την κατάσταση της υγείας κάποιου Βικιλεξικό
- για αστυνομικούςρωτάω κάποιον συστηματικά, για να διαπιστώσω τι ακριβώς έχει γίνει Βικιλεξικό
- πραγματεύομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξετάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξετάζω < ἐξ + ἐτάζω : για τη σημασία «ελέγχω, συγκεντρώνω πληροφορίες» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική examiner
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξετάζω | εξετάζεις | εξετάζει | εξετάζουμε | εξετάζετε | εξετάζουν / εξετάζουνε |
| Παρατατικός | εξέταζα | εξέταζες | εξέταζε | εξετάζαμε | εξετάζατε | εξέταζαν / εξετάζαν / εξετάζανε |
| Αόριστος | εξέτασα | εξέτασες | εξέτασε | εξετάσαμε | εξετάσατε | εξέτασαν / εξετάσαν / εξετάσανε |
| Μέλλοντας | θα εξετάζω / θα εξετάσω | θα εξετάζεις / θα εξετάσεις | θα εξετάζει / θα εξετάσει | θα εξετάζουμε / θα εξετάσουμε | θα εξετάζετε / θα εξετάσετε | θα εξετάζουν / θα εξετάζουνε / θα εξετάσουν / θα εξετάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξετάσει | έχεις εξετάσει | έχει εξετάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξετάσει | είχες εξετάσει | είχε εξετάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξετάσει / να εξετάζω / να εξετάσω | να έχεις εξετάσει / να εξετάζεις / να εξετάσεις | να έχει εξετάσει / να εξετάζει / να εξετάσει | να εξετάζουμε / να εξετάσουμε | να εξετάζετε / να εξετάσετε | να εξετάζουν / να εξετάζουνε / να εξετάσουν / να εξετάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε εξετασμένο / εξέταζε / εξέτασε | — | — | εξετάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξετάστηκαεξετάζομαιεξετάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →