καλοζωίζω
•
- ιδιωματικόζω καλή ζωή, διάγω εν καλοζωία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοζωίζω < καλοζωία + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοζωίζω | καλοζωίζεις | καλοζωίζει | καλοζωίζουμε | καλοζωίζετε | καλοζωίζουν / καλοζωίζουνε |
| Παρατατικός | καλοζώιζα | καλοζώιζες | καλοζώιζε | καλοζωίζαμε | καλοζωίζατε | καλοζωίζαν / καλοζωίζανε / καλοζώιζαν |
| Αόριστος | καλοζώισα | καλοζώισες | καλοζώισε | καλοζωίσαμε | καλοζωίσατε | καλοζωίσαν / καλοζωίσανε / καλοζώισαν |
| Μέλλοντας | θα καλοζωίζω / θα καλοζωίσω | θα καλοζωίζεις / θα καλοζωίσεις | θα καλοζωίζει / θα καλοζωίσει | θα καλοζωίζουμε / θα καλοζωίσουμε | θα καλοζωίζετε / θα καλοζωίσετε | θα καλοζωίζουν / θα καλοζωίζουνε / θα καλοζωίσουν / θα καλοζωίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοζωίσει | έχεις καλοζωίσει | έχει καλοζωίσει | έχουμε καλοζωίσει | έχετε καλοζωίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοζωίσει | είχες καλοζωίσει | είχε καλοζωίσει | είχαμε καλοζωίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοζωίσει / να καλοζωίζω / να καλοζωίσω | να έχεις καλοζωίσει / να καλοζωίζεις / να καλοζωίσεις | να έχει καλοζωίσει / να καλοζωίζει / να καλοζωίσει | να έχουμε καλοζωίσει / να καλοζωίζουμε / να καλοζωίσουμε | να έχετε καλοζωίσει / να καλοζωίζετε / να καλοζωίσετε | να καλοζωίζουν / να καλοζωίζουνε / να καλοζωίσουν / να καλοζωίσουνε |
| Προστακτική | — | καλοζώιζε / καλοζώισε | — | — | καλοζωίζετε / καλοζωίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →