Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοκαιριάζω

/ka.lo.ceɾˈʝa.zo/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποπερνώ κάπου το καλοκαίρι μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλοκαιριάζω < καλοκαίρ(ι) + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαλοκαιριάζωκαλοκαιριάζειςκαλοκαιριάζεικαλοκαιριάζουμεκαλοκαιριάζετεκαλοκαιριάζουν / καλοκαιριάζουνε
Παρατατικόςκαλοκαίριαζακαλοκαίριαζεςκαλοκαίριαζεκαλοκαιριάζαμεκαλοκαιριάζατεκαλοκαίριαζαν / καλοκαιριάζαν / καλοκαιριάζανε
Αόριστοςκαλοκαίριασακαλοκαίριασεςκαλοκαίριασεκαλοκαιριάσαμεκαλοκαιριάσατεκαλοκαίριασαν / καλοκαιριάσαν / καλοκαιριάσανε
Μέλλονταςθα καλοκαιριάζω / θα καλοκαιριάσωθα καλοκαιριάζεις / θα καλοκαιριάσειςθα καλοκαιριάζει / θα καλοκαιριάσειθα καλοκαιριάζουμε / θα καλοκαιριάσουμεθα καλοκαιριάζετε / θα καλοκαιριάσετεθα καλοκαιριάζουν / θα καλοκαιριάζουνε / θα καλοκαιριάσουν / θα καλοκαιριάσουνε
Παρακείμενοςέχω καλοκαιριάσειέχεις καλοκαιριάσειέχει καλοκαιριάσειέχουμε καλοκαιριάσειέχετε καλοκαιριάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καλοκαιριάσειείχες καλοκαιριάσειείχε καλοκαιριάσειείχαμε καλοκαιριάσει——
Υποτακτικήνα έχω καλοκαιριάσει / να καλοκαιριάζω / να καλοκαιριάσωνα έχεις καλοκαιριάσει / να καλοκαιριάζεις / να καλοκαιριάσειςνα έχει καλοκαιριάσει / να καλοκαιριάζει / να καλοκαιριάσεινα έχουμε καλοκαιριάσει / να καλοκαιριάζουμε / να καλοκαιριάσουμενα έχετε καλοκαιριάσει / να καλοκαιριάζετε / να καλοκαιριάσετενα καλοκαιριάζουν / να καλοκαιριάζουνε / να καλοκαιριάσουν / να καλοκαιριάσουνε
Προστακτική—καλοκαίριαζε / καλοκαίριασε——καλοκαιριάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καλοκαιριάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →