καλοκαίρι
•
- η εποχή του έτους, μετά την άνοιξη και πριν το φθινόπωρο, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται σε υψηλότερη θέση στον ουρανό σε σχέση με τον υπόλοιπο χρόνο και επικρατούν υψηλότερες θερμοκρασίες Βικιλεξικό
- οι τέσσερις εποχές είναι: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας
- μεταφορικάο καλός καιρός Βικιλεξικό
- σήμερα είναι καλοκαίρι, ο καιρός είναι θαυμάσιος
Ετυμολογία
καλοκαίρι < μεσαιωνική ελληνική καλοκαίρι(ν) < καλοκαίριον < αρχαία ελληνική καλός + καιρός [→πβ. (ελληνιστική κοινή)]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλοκαίρι | καλοκαίρια |
| Γενική | καλοκαιριού | καλοκαιριών |
| Αιτιατική | καλοκαίρι | καλοκαίρια |
| Κλητική | καλοκαίρι | καλοκαίρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →