καλοταΐζω
•
- ταΐζω κάποιον καλά, του δίνω άφθονη κι (ενδεχομένως) εκλεκτή τροφή Βικιλεξικό
- μεγαλώνω κάποιον χωρίς να στερηθεί κάτι, παρέχοντάς του και του πουλιού το γάλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοταΐζω < καλο- + ταΐζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοταΐζω | καλοταΐζεις | καλοταΐζει | καλοταΐζουμε | καλοταΐζετε | καλοταΐζουν / καλοταΐζουνε |
| Παρατατικός | καλοτάιζα | καλοτάιζες | καλοτάιζε | καλοταΐζαμε | καλοταΐζατε | καλοτάιζαν / καλοταΐζαν / καλοταΐζανε |
| Αόριστος | καλοτάισα | καλοτάισες | καλοτάισε | καλοταΐσαμε | καλοταΐσατε | καλοτάισαν / καλοταΐσαν / καλοταΐσανε |
| Μέλλοντας | θα καλοταΐζω / θα καλοταΐσω | θα καλοταΐζεις / θα καλοταΐσεις | θα καλοταΐζει / θα καλοταΐσει | θα καλοταΐζουμε / θα καλοταΐσουμε | θα καλοταΐζετε / θα καλοταΐσετε | θα καλοταΐζουν / θα καλοταΐζουνε / θα καλοταΐσουν / θα καλοταΐσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοταΐσει | έχεις καλοταΐσει | έχει καλοταΐσει | έχουμε καλοταΐσει | έχετε καλοταΐσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοταΐσει | είχες καλοταΐσει | είχε καλοταΐσει | είχαμε καλοταΐσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοταΐσει / να καλοταΐζω / να καλοταΐσω | να έχεις καλοταΐσει / να καλοταΐζεις / να καλοταΐσεις | να έχει καλοταΐσει / να καλοταΐζει / να καλοταΐσει | να έχουμε καλοταΐσει / να καλοταΐζουμε / να καλοταΐσουμε | να έχετε καλοταΐσει / να καλοταΐζετε / να καλοταΐσετε | να καλοταΐζουν / να καλοταΐζουνε / να καλοταΐσουν / να καλοταΐσουνε |
| Προστακτική | — | καλοτάιζε / καλοτάισε | — | — | καλοταΐζετε / καλοταΐστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →