ταΐζω
•
- δίνω σε κάποιον τροφή μεταφέροντάς την ως το στόμα του Βικιλεξικό
- Ταΐζει το μωρό την κρέμα με το κουταλάκι.
- φιλοξενώ κάποιον Βικιλεξικό
- Τόσο καιρό τον ταΐζουμε και τον ποτίζουμε, αλλά ένα ευχαριστώ δεν είπε.
- εξασφαλίζω σε κάποιον δικό μου άνθρωπο τα απαραίτητα για τη ζωή Βικιλεξικό
- Είναι άνεργος κι έχει τόσα στόματα να ταΐσει.
- Ως πότε θα κάθεσαι να σε ταΐζουμε; Πήγαινε να πιάσεις καμιά δουλειά!
- διαδικτυακή αργκόπεθαίνω με τον χαρακτήρα μου σε διαδικτυακό παιχνίδι με αποτέλεσμα να δοθούν πόντοι στην εχθρική ομάδα και να αυξηθεί η πιθανότητα του να χάσει η δική μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταΐζω < μεσαιωνική ελληνική ταγίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική τάσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *taǵ-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταΐζω | ταΐζεις | ταΐζει | ταΐζουμε | ταΐζετε | ταΐζουν / ταΐζουνε |
| Παρατατικός | τάιζα | τάιζες | τάιζε | ταΐζαμε | ταΐζατε | τάιζαν / ταΐζαν / ταΐζανε |
| Αόριστος | τάισα | τάισες | τάισε | ταΐσαμε | ταΐσατε | τάισαν / ταΐσαν / ταΐσανε |
| Μέλλοντας | θα ταΐζω / θα ταΐσω | θα ταΐζεις / θα ταΐσεις | θα ταΐζει / θα ταΐσει | θα ταΐζουμε / θα ταΐσουμε | θα ταΐζετε / θα ταΐσετε | θα ταΐζουν / θα ταΐζουνε / θα ταΐσουν / θα ταΐσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ταΐσει | έχεις ταΐσει | έχει ταΐσει | έχουμε ταΐσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταΐσει | είχες ταΐσει | είχε ταΐσει | είχαμε ταΐσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταΐσει / να ταΐζω / να ταΐσω | να έχεις ταΐσει / να ταΐζεις / να ταΐσεις | να έχει ταΐσει / να ταΐζει / να ταΐσει | να έχουμε ταΐσει / να ταΐζουμε / να ταΐσουμε | να ταΐζετε / να ταΐσετε | να ταΐζουν / να ταΐζουνε / να ταΐσουν / να ταΐσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ταϊσμένο / τάιζε / τάισε | — | — | ταΐζετε / ταΐστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →