καλοτυχίζω
•
- θεωρώ κάποιον καλότυχο ή του εύχομαι να είναι καλότυχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοτυχίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλοτυχίζω < καλότυχος < καλο- + τύχη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοτυχίζω | καλοτυχίζεις | καλοτυχίζει | καλοτυχίζουμε | καλοτυχίζετε | καλοτυχίζουν / καλοτυχίζουνε |
| Παρατατικός | καλοτύχιζα | καλοτύχιζες | καλοτύχιζε | καλοτυχίζαμε | καλοτυχίζατε | καλοτυχίζαν / καλοτυχίζανε / καλοτύχιζαν |
| Αόριστος | καλοτύχισα | καλοτύχισες | καλοτύχισε | καλοτυχίσαμε | καλοτυχίσατε | καλοτυχίσαν / καλοτυχίσανε / καλοτύχισαν |
| Μέλλοντας | θα καλοτυχίζω / θα καλοτυχίσω | θα καλοτυχίζεις / θα καλοτυχίσεις | θα καλοτυχίζει / θα καλοτυχίσει | θα καλοτυχίζουμε / θα καλοτυχίσουμε | θα καλοτυχίζετε / θα καλοτυχίσετε | θα καλοτυχίζουν / θα καλοτυχίζουνε / θα καλοτυχίσουν / θα καλοτυχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοτυχίσει | έχεις καλοτυχίσει | έχει καλοτυχίσει | έχουμε καλοτυχίσει | έχετε καλοτυχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοτυχίσει | είχες καλοτυχίσει | είχε καλοτυχίσει | είχαμε καλοτυχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοτυχίσει / να καλοτυχίζω / να καλοτυχίσω | να έχεις καλοτυχίσει / να καλοτυχίζεις / να καλοτυχίσεις | να έχει καλοτυχίσει / να καλοτυχίζει / να καλοτυχίσει | να έχουμε καλοτυχίσει / να καλοτυχίζουμε / να καλοτυχίσουμε | να έχετε καλοτυχίσει / να καλοτυχίζετε / να καλοτυχίσετε | να καλοτυχίζουν / να καλοτυχίζουνε / να καλοτυχίσουν / να καλοτυχίσουνε |
| Προστακτική | — | καλοτύχιζε / καλοτύχισε | — | — | καλοτυχίζετε / καλοτυχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →