καλότυχος
•
- που έχει καλή τύχη Βικιλεξικό
- 1899 Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη ( ※ @ebooks.edu.gr)
Ετυμολογία
καλότυχος < μεσαιωνική ελληνική καλότυχος < καλό- + τύχ(η) + -ος (κτητικό σύνθετο)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλότυχος | καλότυχη | καλότυχο |
| Γενική | καλότυχου | καλότυχης | καλότυχου |
| Αιτιατική | καλότυχο | καλότυχη | καλότυχο |
| Κλητική | καλότυχε | καλότυχη | καλότυχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλότυχοι | καλότυχες | καλότυχα |
| Γενική | καλότυχων | καλότυχων | καλότυχων |
| Αιτιατική | καλότυχους | καλότυχες | καλότυχα |
| Κλητική | καλότυχοι | καλότυχες | καλότυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →