Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλουπατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελματεχνίτης οικοδομής ο οποίος είναι ειδικευμένος στην κατασκευή καλουπωμάτων τοιχίων, κολονών και πλακών για ρίψη μπετού Βικιλεξικό
    • πρώτα θα μπουν οι καλουπατζήδες και μετά οι σιδεράδες

Ετυμολογία

καλουπατζής < καλούπ(ι) + -ατζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλουπατζήςκαλουπατζήδες
Γενικήκαλουπατζήκαλουπατζήδων
Αιτιατικήκαλουπατζήκαλουπατζήδες
Κλητικήκαλουπατζήκαλουπατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →