Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλούπι

/kaˈlu.pi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κατασκευή ή εξάρτημα το οποίο χρησιμοποιείται για να χυθεί μέσα σε αυτό ένα ρευστό υλικό, να πήξει εκεί μέσα, ώστε να πάρει το συγκεκριμένο σχήμα για το οποίο σχεδιάστηκε, και μετά να αφαιρεθεί Βικιλεξικό
    • Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάταξη και προσδιορισμός Φ.Π.Α. αναφορικά με τα ζυμαρικά που φέρουν την ονομασία noodles (νούγιες), ΑΑΔΕ, 04/08/2017 https://aade.gr/sites/default/files/2017-10/pol_1127_2017.pdf)
  2. πρότυπο που χρησιμοποιείται στην κατασκευή πολλών πανομοιότυπων αντιγράφων με χαμηλό κόστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλούπι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kalıp < αραβική قَالِب (qālib) < ελληνιστική κοινή καλόπους / αρχαία ελληνική καλάπους (αντιδάνειο) < κᾶλον + πούς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλούπικαλούπια
Γενικήκαλουπιούκαλουπιών
Αιτιατικήκαλούπικαλούπια
Κλητικήκαλούπικαλούπια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →