καλουπώνω
•
- ετοιμάζω καλούπια, βάζω καλούπια Βικιλεξικό
- μεταφορικάθέτω περιορισμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλουπώνω < καλούπ(ι) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλουπώνω | καλουπώνεις | καλουπώνει | καλουπώνουμε | καλουπώνετε | καλουπώνουν / καλουπώνουνε |
| Παρατατικός | καλούπωνα | καλούπωνες | καλούπωνε | καλουπώναμε | καλουπώνατε | καλουπώναν / καλουπώνανε / καλούπωναν |
| Αόριστος | καλούπωσα | καλούπωσες | καλούπωσε | καλουπώσαμε | καλουπώσατε | καλουπώσαν / καλουπώσανε / καλούπωσαν |
| Μέλλοντας | θα καλουπώνω / θα καλουπώσω | θα καλουπώνεις / θα καλουπώσεις | θα καλουπώνει / θα καλουπώσει | θα καλουπώνουμε / θα καλουπώσουμε | θα καλουπώνετε / θα καλουπώσετε | θα καλουπώνουν / θα καλουπώνουνε / θα καλουπώσουν / θα καλουπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλουπώσει | έχεις καλουπώσει | έχει καλουπώσει | έχουμε καλουπώσει | έχετε καλουπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλουπώσει | είχες καλουπώσει | είχε καλουπώσει | είχαμε καλουπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλουπώσει / να καλουπώνω / να καλουπώσω | να έχεις καλουπώσει / να καλουπώνεις / να καλουπώσεις | να έχει καλουπώσει / να καλουπώνει / να καλουπώσει | να έχουμε καλουπώσει / να καλουπώνουμε / να καλουπώσουμε | να έχετε καλουπώσει / να καλουπώνετε / να καλουπώσετε | να καλουπώνουν / να καλουπώνουνε / να καλουπώσουν / να καλουπώσουνε |
| Προστακτική | — | καλούπωνε / καλούπωσε | — | — | καλουπώνετε / καλουπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →