καλοφαγία
•
- το να τρώει κάποιος πλούσιο και εκλεκτό φαγητό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοφαγία < μεσαιωνική ελληνική καλοφαγία < καλοφαγ- (καλοτρώω < καλο- + τρώω) + -ία , αναλύεται καλο- + -φαγία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλοφαγία | καλοφαγίες |
| Γενική | καλοφαγίας | — |
| Αιτιατική | καλοφαγία | καλοφαγίες |
| Κλητική | καλοφαγία | καλοφαγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →