καλοφαγάς
•
- αυτός που τρώει καλά, αριστοκρατικά, που του αρέσουν τα εκλεκτά εδέσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοφαγάς < καλο- + φαγ- (τρώω). Μορφολογικά, καλο- + φαγάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλοφαγάς | καλοφαγάδες |
| Γενική | καλοφαγά | καλοφαγάδων |
| Αιτιατική | καλοφαγά | καλοφαγάδες |
| Κλητική | καλοφαγά | καλοφαγάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →