Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλπονοθευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την καλπονοθεία / καλπονόθευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλπονοθευτικός < καλπονοθεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλπονοθευτικόςκαλπονοθευτικήκαλπονοθευτικό
Γενικήκαλπονοθευτικούκαλπονοθευτικήςκαλπονοθευτικού
Αιτιατικήκαλπονοθευτικόκαλπονοθευτικήκαλπονοθευτικό
Κλητικήκαλπονοθευτικέκαλπονοθευτικήκαλπονοθευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλπονοθευτικοίκαλπονοθευτικέςκαλπονοθευτικά
Γενικήκαλπονοθευτικώνκαλπονοθευτικώνκαλπονοθευτικών
Αιτιατικήκαλπονοθευτικούςκαλπονοθευτικέςκαλπονοθευτικά
Κλητικήκαλπονοθευτικοίκαλπονοθευτικέςκαλπονοθευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →