καλπονοθευτικός
•
- που έχει σχέση με την καλπονοθεία / καλπονόθευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλπονοθευτικός < καλπονοθεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλπονοθευτικός | καλπονοθευτική | καλπονοθευτικό |
| Γενική | καλπονοθευτικού | καλπονοθευτικής | καλπονοθευτικού |
| Αιτιατική | καλπονοθευτικό | καλπονοθευτική | καλπονοθευτικό |
| Κλητική | καλπονοθευτικέ | καλπονοθευτική | καλπονοθευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλπονοθευτικοί | καλπονοθευτικές | καλπονοθευτικά |
| Γενική | καλπονοθευτικών | καλπονοθευτικών | καλπονοθευτικών |
| Αιτιατική | καλπονοθευτικούς | καλπονοθευτικές | καλπονοθευτικά |
| Κλητική | καλπονοθευτικοί | καλπονοθευτικές | καλπονοθευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →