καλπονοθεύω
•
- κάνω καλπονοθεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλπονοθεύω < κάλπη + -ο- + νοθεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλπονοθεύω | καλπονοθεύεις | καλπονοθεύει | καλπονοθεύουμε | καλπονοθεύετε | καλπονοθεύουν / καλπονοθεύουνε |
| Παρατατικός | καλπονόθευα | καλπονόθευες | καλπονόθευε | καλπονοθεύαμε | καλπονοθεύατε | καλπονοθεύαν / καλπονοθεύανε / καλπονόθευαν |
| Αόριστος | καλπονόθευσα | καλπονόθευσες | καλπονόθευσε | καλπονοθεύσαμε | καλπονοθεύσατε | καλπονοθεύσαν / καλπονοθεύσανε / καλπονόθευσαν |
| Μέλλοντας | θα καλπονοθεύσω / θα καλπονοθεύω | θα καλπονοθεύεις / θα καλπονοθεύσεις | θα καλπονοθεύει / θα καλπονοθεύσει | θα καλπονοθεύουμε / θα καλπονοθεύσουμε | θα καλπονοθεύετε / θα καλπονοθεύσετε | θα καλπονοθεύουν / θα καλπονοθεύουνε / θα καλπονοθεύσουν / θα καλπονοθεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλπονοθεύσει | έχεις καλπονοθεύσει | έχει καλπονοθεύσει | έχουμε καλπονοθεύσει | έχετε καλπονοθεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλπονοθεύσει | είχες καλπονοθεύσει | είχε καλπονοθεύσει | είχαμε καλπονοθεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλπονοθεύσει / να καλπονοθεύσω / να καλπονοθεύω | να έχεις καλπονοθεύσει / να καλπονοθεύεις / να καλπονοθεύσεις | να έχει καλπονοθεύσει / να καλπονοθεύει / να καλπονοθεύσει | να έχουμε καλπονοθεύσει / να καλπονοθεύουμε / να καλπονοθεύσουμε | να έχετε καλπονοθεύσει / να καλπονοθεύετε / να καλπονοθεύσετε | να καλπονοθεύουν / να καλπονοθεύουνε / να καλπονοθεύσουν / να καλπονοθεύσουνε |
| Προστακτική | — | καλπονόθευε / καλπονόθευσε | — | — | καλπονοθεύετε / καλπονοθεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →