Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλπουζάνικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με καλπουζάνο ή καλπουζανιά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλπουζάνικος < καλπουζάνος + -ικος < γαλλική kalpazan

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλπουζάνικοςκαλπουζάνικηκαλπουζάνικο
Γενικήκαλπουζάνικουκαλπουζάνικηςκαλπουζάνικου
Αιτιατικήκαλπουζάνικοκαλπουζάνικηκαλπουζάνικο
Κλητικήκαλπουζάνικεκαλπουζάνικηκαλπουζάνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλπουζάνικοικαλπουζάνικεςκαλπουζάνικα
Γενικήκαλπουζάνικωνκαλπουζάνικωνκαλπουζάνικων
Αιτιατικήκαλπουζάνικουςκαλπουζάνικεςκαλπουζάνικα
Κλητικήκαλπουζάνικοικαλπουζάνικεςκαλπουζάνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →