καλπουζάνικος
•
- που έχει σχέση με καλπουζάνο ή καλπουζανιά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλπουζάνικος < καλπουζάνος + -ικος < γαλλική kalpazan
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλπουζάνικος | καλπουζάνικη | καλπουζάνικο |
| Γενική | καλπουζάνικου | καλπουζάνικης | καλπουζάνικου |
| Αιτιατική | καλπουζάνικο | καλπουζάνικη | καλπουζάνικο |
| Κλητική | καλπουζάνικε | καλπουζάνικη | καλπουζάνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλπουζάνικοι | καλπουζάνικες | καλπουζάνικα |
| Γενική | καλπουζάνικων | καλπουζάνικων | καλπουζάνικων |
| Αιτιατική | καλπουζάνικους | καλπουζάνικες | καλπουζάνικα |
| Κλητική | καλπουζάνικοι | καλπουζάνικες | καλπουζάνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →