Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλπουζάνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που φτιάχνει κάλπικα νομίσματα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηάνθρωπος που φέρεται δόλια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλπουζάνος < (άμεσο δάνειο) τουρκική kalpazan < περσική قلب زن (qalb zan)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλπουζάνοςκαλπουζάνοι
Γενικήκαλπουζάνουκαλπουζάνων
Αιτιατικήκαλπουζάνοκαλπουζάνους
Κλητικήκαλπουζάνεκαλπουζάνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →