καλπουζάνος
•
- αυτός που φτιάχνει κάλπικα νομίσματα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηάνθρωπος που φέρεται δόλια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλπουζάνος < (άμεσο δάνειο) τουρκική kalpazan < περσική قلب زن (qalb zan)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλπουζάνος | καλπουζάνοι |
| Γενική | καλπουζάνου | καλπουζάνων |
| Αιτιατική | καλπουζάνο | καλπουζάνους |
| Κλητική | καλπουζάνε | καλπουζάνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →