καλπουζανιά
•
- λαϊκότροπο, (παρωχημένο) παραχάραξη Βικιλεξικό
- λαϊκότροπο, (παρωχημένο) απατεωνιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλπουζανιά < καλπουζάν(ος) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλπουζανιά | καλπουζανιές |
| Γενική | καλπουζανιάς | καλπουζανιών |
| Αιτιατική | καλπουζανιά | καλπουζανιές |
| Κλητική | καλπουζανιά | καλπουζανιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →