καλυμμένος
•
- σκεπασμένος Βικιλεξικό
- τα αυτοκίνητα είναι καλυμμένα από το χιόνι
- που κρίνει ικανοποιητικά όσα έχουν ειπωθεί ήδη σε μια συζήτηση και δεν νιώθει ότι χρειάζεται να προσθέσει κάτι ή να θέσει κάποια ερώτηση Βικιλεξικό
- για επιταγήπου μπορεί ο φέρων να την εξαργυρώσει, αφού ο εκδότης έχει καταθέσει στην τράπεζα το αναγραφόμενο χρηματικό ποσό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλυμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλύπτω
Άλλοι τύποι
καλυμμένακαλυμμένεκαλυμμένεςκαλυμμένηκαλυμμένηςκαλυμμένοκαλυμμένοικαλυμμένοςκαλυμμένουκαλυμμένουςκαλυμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →