Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλωδιακός

/ka.lo.ði.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με καλώδιο, αναφέρεται σ’ αυτό, γίνεται μ’ αυτό ή λειτουργεί μέσω αυτού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλωδιακός < καλώδι(ο) + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cable) :* καλωδιακό πλοίο < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cable ship

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλωδιακόςκαλωδιακήκαλωδιακό
Γενικήκαλωδιακούκαλωδιακήςκαλωδιακού
Αιτιατικήκαλωδιακόκαλωδιακήκαλωδιακό
Κλητικήκαλωδιακέκαλωδιακήκαλωδιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλωδιακοίκαλωδιακέςκαλωδιακά
Γενικήκαλωδιακώνκαλωδιακώνκαλωδιακών
Αιτιατικήκαλωδιακούςκαλωδιακέςκαλωδιακά
Κλητικήκαλωδιακοίκαλωδιακέςκαλωδιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →