καλωδιακός
•
- που έχει σχέση με καλώδιο, αναφέρεται σ’ αυτό, γίνεται μ’ αυτό ή λειτουργεί μέσω αυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλωδιακός < καλώδι(ο) + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cable) :* καλωδιακό πλοίο < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cable ship
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλωδιακός | καλωδιακή | καλωδιακό |
| Γενική | καλωδιακού | καλωδιακής | καλωδιακού |
| Αιτιατική | καλωδιακό | καλωδιακή | καλωδιακό |
| Κλητική | καλωδιακέ | καλωδιακή | καλωδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλωδιακοί | καλωδιακές | καλωδιακά |
| Γενική | καλωδιακών | καλωδιακών | καλωδιακών |
| Αιτιατική | καλωδιακούς | καλωδιακές | καλωδιακά |
| Κλητική | καλωδιακοί | καλωδιακές | καλωδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →