Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλώδιο

/kaˈlo.ði.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τεχνολογίαοποιοδήποτε σύρμα μέτριου πάχους Βικιλεξικό
  2. ηλεκτρολογίασύρμα γυμνό ή καλυμμένο με πλαστικό περίβλημα, για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτροκαλώδιο Βικιλεξικό
    • το καλώδιο του φωτιστικού
    • το καλώδιο του τηλεφώνου
    • Το ατσαλόσυρμα που κρατά τα ηλεκτροφόρα καλώδια σχηματίζει ένα αραιό δίxτυ απλωμένο από τα χαμηλά κτίρια τούτης της πλευράς ως τα ψηλότερα τριώροφα απέναντι (Αλέξης Πανσέληνος, Ελαφρά ελληνικά τραγούδια, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
  3. πολύ χοντρό συρματόσχοινο ή μεταλλική ράβδος συγκράτησης σε κρεμαστές γέφυρες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλώδιο < αρχαία ελληνική καλῴδιον < υποκοριστικό του κάλως (= σχοινί) (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cable)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλώδιοκαλώδια
Γενικήκαλωδίου / καλώδιουκαλωδίων
Αιτιατικήκαλώδιοκαλώδια
Κλητικήκαλώδιοκαλώδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →