καλώδιο
•
- τεχνολογίαοποιοδήποτε σύρμα μέτριου πάχους Βικιλεξικό
- ηλεκτρολογίασύρμα γυμνό ή καλυμμένο με πλαστικό περίβλημα, για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτροκαλώδιο Βικιλεξικό
- το καλώδιο του φωτιστικού
- το καλώδιο του τηλεφώνου
- Το ατσαλόσυρμα που κρατά τα ηλεκτροφόρα καλώδια σχηματίζει ένα αραιό δίxτυ απλωμένο από τα χαμηλά κτίρια τούτης της πλευράς ως τα ψηλότερα τριώροφα απέναντι (Αλέξης Πανσέληνος, Ελαφρά ελληνικά τραγούδια, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- πολύ χοντρό συρματόσχοινο ή μεταλλική ράβδος συγκράτησης σε κρεμαστές γέφυρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλώδιο < αρχαία ελληνική καλῴδιον < υποκοριστικό του κάλως (= σχοινί) (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cable)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλώδιο | καλώδια |
| Γενική | καλωδίου / καλώδιου | καλωδίων |
| Αιτιατική | καλώδιο | καλώδια |
| Κλητική | καλώδιο | καλώδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →