Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλωσορίζω

ρήμα
•
  1. χαιρετώ και υποδέχομαι φιλόξενα κάποιον που μόλις έφτασε, με τη φράση καλώς όρισες - καλώς ορίσατε ή κάποια άλλη παρόμοια Βικιλεξικό
    • Πήγαινε να καλωσορίσεις τους καλεσμένους μας.
  2. μεταφορικάαποδέχομαι, καλοδέχομαι κάτι το καινούριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλωσορίζω < από τη φράση καλώς όρισες.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαλωσορίζωκαλωσορίζειςκαλωσορίζεικαλωσορίζουμεκαλωσορίζετεκαλωσορίζουν / καλωσορίζουνε
Παρατατικόςκαλωσόριζακαλωσόριζεςκαλωσόριζεκαλωσορίζαμεκαλωσορίζατεκαλωσορίζαν / καλωσορίζανε / καλωσόριζαν
Αόριστοςκαλωσόρισακαλωσόρισεςκαλωσόρισεκαλωσορίσαμεκαλωσορίσατεκαλωσορίσαν / καλωσορίσανε / καλωσόρισαν
Μέλλονταςθα καλωσορίζω / θα καλωσορίσωθα καλωσορίζεις / θα καλωσορίσειςθα καλωσορίζει / θα καλωσορίσειθα καλωσορίζουμε / θα καλωσορίσουμεθα καλωσορίζετε / θα καλωσορίσετεθα καλωσορίζουν / θα καλωσορίζουνε / θα καλωσορίσουν / θα καλωσορίσουνε
Παρακείμενοςέχω καλωσορίσειέχεις καλωσορίσειέχει καλωσορίσειέχουμε καλωσορίσειέχετε καλωσορίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καλωσορίσειείχες καλωσορίσειείχε καλωσορίσειείχαμε καλωσορίσει——
Υποτακτικήνα έχω καλωσορίσει / να καλωσορίζω / να καλωσορίσωνα έχεις καλωσορίσει / να καλωσορίζεις / να καλωσορίσειςνα έχει καλωσορίσει / να καλωσορίζει / να καλωσορίσεινα έχουμε καλωσορίσει / να καλωσορίζουμε / να καλωσορίσουμενα έχετε καλωσορίσει / να καλωσορίζετε / να καλωσορίσετενα καλωσορίζουν / να καλωσορίζουνε / να καλωσορίσουν / να καλωσορίσουνε
Προστακτική—καλωσόριζε / καλωσόρισε——καλωσορίζετε / καλωσορίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →