καλωσορίζω
•
- χαιρετώ και υποδέχομαι φιλόξενα κάποιον που μόλις έφτασε, με τη φράση καλώς όρισες - καλώς ορίσατε ή κάποια άλλη παρόμοια Βικιλεξικό
- Πήγαινε να καλωσορίσεις τους καλεσμένους μας.
- μεταφορικάαποδέχομαι, καλοδέχομαι κάτι το καινούριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλωσορίζω < από τη φράση καλώς όρισες.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλωσορίζω | καλωσορίζεις | καλωσορίζει | καλωσορίζουμε | καλωσορίζετε | καλωσορίζουν / καλωσορίζουνε |
| Παρατατικός | καλωσόριζα | καλωσόριζες | καλωσόριζε | καλωσορίζαμε | καλωσορίζατε | καλωσορίζαν / καλωσορίζανε / καλωσόριζαν |
| Αόριστος | καλωσόρισα | καλωσόρισες | καλωσόρισε | καλωσορίσαμε | καλωσορίσατε | καλωσορίσαν / καλωσορίσανε / καλωσόρισαν |
| Μέλλοντας | θα καλωσορίζω / θα καλωσορίσω | θα καλωσορίζεις / θα καλωσορίσεις | θα καλωσορίζει / θα καλωσορίσει | θα καλωσορίζουμε / θα καλωσορίσουμε | θα καλωσορίζετε / θα καλωσορίσετε | θα καλωσορίζουν / θα καλωσορίζουνε / θα καλωσορίσουν / θα καλωσορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλωσορίσει | έχεις καλωσορίσει | έχει καλωσορίσει | έχουμε καλωσορίσει | έχετε καλωσορίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλωσορίσει | είχες καλωσορίσει | είχε καλωσορίσει | είχαμε καλωσορίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλωσορίσει / να καλωσορίζω / να καλωσορίσω | να έχεις καλωσορίσει / να καλωσορίζεις / να καλωσορίσεις | να έχει καλωσορίσει / να καλωσορίζει / να καλωσορίσει | να έχουμε καλωσορίσει / να καλωσορίζουμε / να καλωσορίσουμε | να έχετε καλωσορίσει / να καλωσορίζετε / να καλωσορίσετε | να καλωσορίζουν / να καλωσορίζουνε / να καλωσορίσουν / να καλωσορίσουνε |
| Προστακτική | — | καλωσόριζε / καλωσόρισε | — | — | καλωσορίζετε / καλωσορίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →