καλό
•
- το σύνολο των δυνάμεων που δρουν με καλοσύνη προς όφελος της ανθρώπινης ζωής Βικιλεξικό
- οι δυνάμεις του καλού
- η καλή πράξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου καλός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλό | καλά |
| Γενική | καλού | καλών |
| Αιτιατική | καλό | καλά |
| Κλητική | καλό | καλά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →