καμακώνω
•
- κυριολεκτικάχτυπάω ή τρυπάω με το καμάκι κάποιο αντικείμενο ή ζώο Βικιλεξικό
- μεταφορικάφλερτάρω, κάνω κόρτε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμακώνω < καμάκι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καμακώνω | καμακώνεις | καμακώνει | καμακώνουμε | καμακώνετε | καμακώνουν / καμακώνουνε |
| Παρατατικός | καμάκωνα | καμάκωνες | καμάκωνε | καμακώναμε | καμακώνατε | καμάκωναν / καμακώναν / καμακώνανε |
| Αόριστος | καμάκωσα | καμάκωσες | καμάκωσε | καμακώσαμε | καμακώσατε | καμάκωσαν / καμακώσαν / καμακώσανε |
| Μέλλοντας | θα καμακώνω / θα καμακώσω | θα καμακώνεις / θα καμακώσεις | θα καμακώνει / θα καμακώσει | θα καμακώνουμε / θα καμακώσουμε | θα καμακώνετε / θα καμακώσετε | θα καμακώνουν / θα καμακώνουνε / θα καμακώσουν / θα καμακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καμακώσει | έχεις καμακώσει | έχει καμακώσει | έχουμε καμακώσει | έχετε καμακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καμακώσει | είχες καμακώσει | είχε καμακώσει | είχαμε καμακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καμακώσει / να καμακώνω / να καμακώσω | να έχεις καμακώσει / να καμακώνεις / να καμακώσεις | να έχει καμακώσει / να καμακώνει / να καμακώσει | να έχουμε καμακώσει / να καμακώνουμε / να καμακώσουμε | να έχετε καμακώσει / να καμακώνετε / να καμακώσετε | να καμακώνουν / να καμακώνουνε / να καμακώσουν / να καμακώσουνε |
| Προστακτική | — | καμάκωνε / καμάκωσε | — | — | καμακώνετε / καμακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →