καμάκι
•
- εργαλείο για ψάρεμα, παρόμοιο με ακόντιο που έχει επιπρόσθετα τουλάχιστον μια πλάγια προεξοχή ώστε να αγκιστρώνεται στο ψάρι Βικιλεξικό
- πολλοί πιστεύουν ότι βρέθηκε το πλοίο και τα καμάκια που χρησιμοποιούσε ο Αχαάβ στο κυνήγι του Μόμπι Ντικ
- η τρίαινα είναι είδος καμακιού
- μεταφορικάη επίμονη προσπάθεια για σύναψη ερωτικής σχέσης Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που προσπαθεί επίμονα να έχει ερωτικές σχέσεις Βικιλεξικό
- Υπό ποίες συνθήκες δύναται να χαρακτηριστεί πέφτουλας. … Σε πόσες την πέφτεις. Ένα παλιό καμάκι είχε την εξής τακτική. Την έπεφτε σε 10 κάθε βράδυ και στατιστικά και μόνο κάποια του καθόταν.
- […] ο Κώστας ήταν πιο «μπασμένος» στα ερωτικά, είχε και ένα λέγειν, ήταν γενικά «πέφτουλας», που λένε σήμερα τα παιδιά, καμάκι το λέγαμε εμείς τότε.
Ετυμολογία
καμάκι < αρχαία ελληνική κάμαξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμάκι | καμάκια |
| Γενική | καμακιού | καμακιών |
| Αιτιατική | καμάκι | καμάκια |
| Κλητική | καμάκι | καμάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →