Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμάκι

/kaˈma.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εργαλείο για ψάρεμα, παρόμοιο με ακόντιο που έχει επιπρόσθετα τουλάχιστον μια πλάγια προεξοχή ώστε να αγκιστρώνεται στο ψάρι Βικιλεξικό
    • πολλοί πιστεύουν ότι βρέθηκε το πλοίο και τα καμάκια που χρησιμοποιούσε ο Αχαάβ στο κυνήγι του Μόμπι Ντικ
    • η τρίαινα είναι είδος καμακιού
  2. μεταφορικάη επίμονη προσπάθεια για σύναψη ερωτικής σχέσης Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαυτός που προσπαθεί επίμονα να έχει ερωτικές σχέσεις Βικιλεξικό
    • Υπό ποίες συνθήκες δύναται να χαρακτηριστεί πέφτουλας. … Σε πόσες την πέφτεις. Ένα παλιό καμάκι είχε την εξής τακτική. Την έπεφτε σε 10 κάθε βράδυ και στατιστικά και μόνο κάποια του καθόταν.
    • […] ο Κώστας ήταν πιο «μπασμένος» στα ερωτικά, είχε και ένα λέγειν, ήταν γενικά «πέφτουλας», που λένε σήμερα τα παιδιά, καμάκι το λέγαμε εμείς τότε.

Ετυμολογία

καμάκι < αρχαία ελληνική κάμαξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμάκικαμάκια
Γενικήκαμακιούκαμακιών
Αιτιατικήκαμάκικαμάκια
Κλητικήκαμάκικαμάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →