καμαρίνι
•
- το δωματιάκι στα παρασκήνια ενός θεάτρου, που εξυπηρετεί τους ηθοποιούς (αλλάζουν ρούχα, ξεκουράζονται κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Αυτός κατάλαβε πως πήγαινε στο καμαρίνι της για ν' αλλάξει: ίσως την έσφιγγε η ζαρτιέρα της ή το σουτιέν. (Βασίλης Βασιλικός, Ο Ευρωπέος και η ωραία του υπερπέραν, συναισθηματικο οδοιπορικό, εκδοτ. Οργανισμός Λιβάνη "Νέα Σύνορα", 1999)
Ετυμολογία
καμαρίνι < (άμεσο δάνειο) βενετική camarin + -ι < ιταλική camera < λατινική camera < αρχαία ελληνική καμάρα (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kam- (καμπή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμαρίνι | καμαρίνια |
| Γενική | καμαρινιού | καμαρινιών |
| Αιτιατική | καμαρίνι | καμαρίνια |
| Κλητική | καμαρίνι | καμαρίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →