Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμαροσκέπαστος

/ka.ma.ɾoˈsce.pa.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο καλυμμένος με καμάρα Βικιλεξικό
    • καμαροσκέπαστος ναός

Ετυμολογία

καμαροσκέπαστος < καμάρ(α) + -ο- + σκέπασ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμαροσκέπαστοςκαμαροσκέπαστηκαμαροσκέπαστο
Γενικήκαμαροσκέπαστουκαμαροσκέπαστηςκαμαροσκέπαστου
Αιτιατικήκαμαροσκέπαστοκαμαροσκέπαστηκαμαροσκέπαστο
Κλητικήκαμαροσκέπαστεκαμαροσκέπαστηκαμαροσκέπαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμαροσκέπαστοικαμαροσκέπαστεςκαμαροσκέπαστα
Γενικήκαμαροσκέπαστωνκαμαροσκέπαστωνκαμαροσκέπαστων
Αιτιατικήκαμαροσκέπαστουςκαμαροσκέπαστεςκαμαροσκέπαστα
Κλητικήκαμαροσκέπαστοικαμαροσκέπαστεςκαμαροσκέπαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →