καμαροσκέπαστος
•
- ο καλυμμένος με καμάρα Βικιλεξικό
- καμαροσκέπαστος ναός
Ετυμολογία
καμαροσκέπαστος < καμάρ(α) + -ο- + σκέπασ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καμαροσκέπαστος | καμαροσκέπαστη | καμαροσκέπαστο |
| Γενική | καμαροσκέπαστου | καμαροσκέπαστης | καμαροσκέπαστου |
| Αιτιατική | καμαροσκέπαστο | καμαροσκέπαστη | καμαροσκέπαστο |
| Κλητική | καμαροσκέπαστε | καμαροσκέπαστη | καμαροσκέπαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καμαροσκέπαστοι | καμαροσκέπαστες | καμαροσκέπαστα |
| Γενική | καμαροσκέπαστων | καμαροσκέπαστων | καμαροσκέπαστων |
| Αιτιατική | καμαροσκέπαστους | καμαροσκέπαστες | καμαροσκέπαστα |
| Κλητική | καμαροσκέπαστοι | καμαροσκέπαστες | καμαροσκέπαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →