σκεπάζω
•
- καλύπτω εντελώς Βικιλεξικό
- το χιόνι σκέπαζε το δρόμο
- ειδικότερατοποθετώ ένα σκέπασμα ή κάλυμμα ή πώμα πάνω από κάτι/κάποιον Βικιλεξικό
- τοποθετώ σκεπή σε ένα χώρο, στεγάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυγκαλύπτω κάτι το παράνομο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκεπάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκεπάζω < σκέπω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκεπάζω | σκεπάζεις | σκεπάζει | σκεπάζουμε | σκεπάζετε | σκεπάζουν / σκεπάζουνε |
| Παρατατικός | σκέπαζα | σκέπαζες | σκέπαζε | σκεπάζαμε | σκεπάζατε | σκέπαζαν / σκεπάζαν / σκεπάζανε |
| Αόριστος | σκέπασα | σκέπασες | σκέπασε | σκεπάσαμε | σκεπάσατε | σκέπασαν / σκεπάσαν / σκεπάσανε |
| Μέλλοντας | θα σκεπάζω / θα σκεπάσω | θα σκεπάζεις / θα σκεπάσεις | θα σκεπάζει / θα σκεπάσει | θα σκεπάζουμε / θα σκεπάσουμε | θα σκεπάζετε / θα σκεπάσετε | θα σκεπάζουν / θα σκεπάζουνε / θα σκεπάσουν / θα σκεπάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκεπάσει | έχεις σκεπάσει | έχει σκεπάσει | έχουμε σκεπάσει | έχετε σκεπάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκεπάσει | είχες σκεπάσει | είχε σκεπάσει | είχαμε σκεπάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκεπάσει / να σκεπάζω / να σκεπάσω | να έχεις σκεπάσει / να σκεπάζεις / να σκεπάσεις | να έχει σκεπάσει / να σκεπάζει / να σκεπάσει | να έχουμε σκεπάσει / να σκεπάζουμε / να σκεπάσουμε | να έχετε σκεπάσει / να σκεπάζετε / να σκεπάσετε | να σκεπάζουν / να σκεπάζουνε / να σκεπάσουν / να σκεπάσουνε |
| Προστακτική | — | σκέπαζε / σκέπασε | — | — | σκεπάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκεπάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →