καμαρωτός
•
- στητός και περήφανος, όλος καμάρι Βικιλεξικό
- περνούσαν μπροστά μας στην παρέλαση τα παιδάκια του σχολείου καμαρωτά καμαρωτά
- Και καθώς εχτυπούσεν ο ήλιος έβλεπες τις στεριές να χύνουν χίλιων λογιών χρώματα και τις καμαρωτές φρεγάδες ν' αστραποβολούν, άγγελοι ασπροφόροι ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)
- που διαθέτει καμάρα, αψιδωτός Βικιλεξικό
- Ούλα έχουνε καμαρωτές πόρτες και παραθύρια κατά το παλαιό σχέδιο. (Φώτης Κόντογλου Η Καρύταινα [διήγημα])
Ετυμολογία
καμαρωτός < καμαρώ(νω) + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καμαρωτός | καμαρωτή | καμαρωτό |
| Γενική | καμαρωτού | καμαρωτής | καμαρωτού |
| Αιτιατική | καμαρωτό | καμαρωτή | καμαρωτό |
| Κλητική | καμαρωτέ | καμαρωτή | καμαρωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καμαρωτοί | καμαρωτές | καμαρωτά |
| Γενική | καμαρωτών | καμαρωτών | καμαρωτών |
| Αιτιατική | καμαρωτούς | καμαρωτές | καμαρωτά |
| Κλητική | καμαρωτοί | καμαρωτές | καμαρωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →