Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμαρωτός

/ka.ma.ɾoˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. στητός και περήφανος, όλος καμάρι Βικιλεξικό
    • περνούσαν μπροστά μας στην παρέλαση τα παιδάκια του σχολείου καμαρωτά καμαρωτά
    • Και καθώς εχτυπούσεν ο ήλιος έβλεπες τις στεριές να χύνουν χίλιων λογιών χρώματα και τις καμαρωτές φρεγάδες ν' αστραποβολούν, άγγελοι ασπροφόροι ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)
  2. που διαθέτει καμάρα, αψιδωτός Βικιλεξικό
    • Ούλα έχουνε καμαρωτές πόρτες και παραθύρια κατά το παλαιό σχέδιο. (Φώτης Κόντογλου Η Καρύταινα [διήγημα])

Ετυμολογία

καμαρωτός < καμαρώ(νω) + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμαρωτόςκαμαρωτήκαμαρωτό
Γενικήκαμαρωτούκαμαρωτήςκαμαρωτού
Αιτιατικήκαμαρωτόκαμαρωτήκαμαρωτό
Κλητικήκαμαρωτέκαμαρωτήκαμαρωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμαρωτοίκαμαρωτέςκαμαρωτά
Γενικήκαμαρωτώνκαμαρωτώνκαμαρωτών
Αιτιατικήκαμαρωτούςκαμαρωτέςκαμαρωτά
Κλητικήκαμαρωτοίκαμαρωτέςκαμαρωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →