Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμιζόλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φαρδιά και μακριά μπλούζα ή πουκάμισο Βικιλεξικό
    • Υπάρχει μάλιστα η συνήθεια να αγοράζει καθένας έγκαιρα την καμιζόλα του για την περίσταση. (εφημερίδα Το Βήμα, 21/3/2013)

Ετυμολογία

καμιζόλα < (άμεσο δάνειο) βενετική camisola < ιταλικά camicia < λατινικά camisia

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμιζόλακαμιζόλες
Γενικήκαμιζόλαςκαμιζολών
Αιτιατικήκαμιζόλακαμιζόλες
Κλητικήκαμιζόλακαμιζόλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →