πουκαμίσα
•
- ενδυμασίατο είδος πουκάμισου το οποίο είναι μακρύ και φαρδύ και κουμπώνει στο πάνω μέρος καθώς φοριέται εξωτερικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουκαμίσα < πουκάμισ(ο) + κατάληξη θηλυκού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουκαμίσα | πουκαμίσες |
| Γενική | πουκαμίσας | πουκαμισών |
| Αιτιατική | πουκαμίσα | πουκαμίσες |
| Κλητική | πουκαμίσα | πουκαμίσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →